かた

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω πιάσιμο στους ώμους
  2. 02 ιδιωματισμός νιώθω αμήχανα, νιώθω άβολα, νιώθω τεταμένα
  3. 03 σοβαρός, λιγομίλητος

Κλίση

Παρόν (απλό)
肩が凝る
Παρόν (ευγενικό)
肩が凝ります
Άρνηση (απλή)
肩が凝らない
Άρνηση (ευγενική)
肩が凝りません
Παρελθόν (απλό)
肩が凝った
Παρελθόν (ευγενικό)
肩が凝りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肩が凝らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肩が凝りませんでした
Τε-μορφή
肩が凝って
Δυνητική
肩が凝れる
Προστακτική
肩が凝れ
Βουλητική
肩が凝ろう
Υποθετική (ば)
肩が凝れば