かた

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω πιασμένους ώμους
  2. 02 ιδιωματισμός νιώθω αμήχανα, νιώθω άβολα, νιώθω τεταμένα

Κλίση

Παρόν (απλό)
肩が張る
Παρόν (ευγενικό)
肩が張ります
Άρνηση (απλή)
肩が張らない
Άρνηση (ευγενική)
肩が張りません
Παρελθόν (απλό)
肩が張った
Παρελθόν (ευγενικό)
肩が張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肩が張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肩が張りませんでした
Τε-μορφή
肩が張って
Δυνητική
肩が張れる
Προστακτική
肩が張れ
Βουλητική
肩が張ろう
Υποθετική (ば)
肩が張れば