かたたたき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ελαφρύ χτύπημα στους ώμους (για ανακούφιση από το πιάσιμο), μάλαξη ώμων, ραβδί μάλαξης για το χτύπημα των ώμων
  2. 02 άγγιγμα στον ώμο (ως υπόδειξη για παραίτηση), παρότρυνση σε κάποιον να παραιτηθεί, πίεση σε κάποιον για να παραιτηθεί

Κλίση

Παρόν (απλό)
肩たたきする
Παρόν (ευγενικό)
肩たたきします
Άρνηση (απλή)
肩たたきしない
Άρνηση (ευγενική)
肩たたきしません
Παρελθόν (απλό)
肩たたきした
Παρελθόν (ευγενικό)
肩たたきしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肩たたきしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肩たたきしませんでした
Τε-μορφή
肩たたきして
Δυνητική
肩たたきできる
Προστακτική
肩たたきしろ
Βουλητική
肩たたきしよう
Υποθετική (ば)
肩たたきすれば