かたかぜ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός περπατώ με στόμφο, κυκλοφορώ με υπεροψία, έχω αυτοπεποίθηση, δεν έχω έγνοιες

Κλίση

Παρόν (απλό)
肩で風を切る
Παρόν (ευγενικό)
肩で風を切ります
Άρνηση (απλή)
肩で風を切らない
Άρνηση (ευγενική)
肩で風を切りません
Παρελθόν (απλό)
肩で風を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
肩で風を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肩で風を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肩で風を切りませんでした
Τε-μορφή
肩で風を切って
Δυνητική
肩で風を切れる
Προστακτική
肩で風を切れ
Βουλητική
肩で風を切ろう
Υποθετική (ば)
肩で風を切れば