かた

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίρνω το μέρος κάποιου, υποστηρίζω κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
肩を持つ
Παρόν (ευγενικό)
肩を持ちます
Άρνηση (απλή)
肩を持たない
Άρνηση (ευγενική)
肩を持ちません
Παρελθόν (απλό)
肩を持った
Παρελθόν (ευγενικό)
肩を持ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肩を持たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肩を持ちませんでした
Τε-μορφή
肩を持って
Δυνητική
肩を持てる
Προστακτική
肩を持て
Βουλητική
肩を持とう
Υποθετική (ば)
肩を持てば