かた

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσφέρω τον ώμο μου, στηρίζω κάποιον με τον ώμο μου, βοηθώ στη μεταφορά φορτίου
  2. 02 δίνω ένα χέρι βοηθείας, σπεύδω σε βοήθεια κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
肩を貸す
Παρόν (ευγενικό)
肩を貸します
Άρνηση (απλή)
肩を貸さない
Άρνηση (ευγενική)
肩を貸しません
Παρελθόν (απλό)
肩を貸した
Παρελθόν (ευγενικό)
肩を貸しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肩を貸さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肩を貸しませんでした
Τε-μορφή
肩を貸して
Δυνητική
肩を貸せる
Προστακτική
肩を貸せ
Βουλητική
肩を貸そう
Υποθετική (ば)
肩を貸せば