肩揚げも取れる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ενηλικιώνομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 肩揚げも取れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 肩揚げも取れます
- Άρνηση (απλή)
- 肩揚げも取れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 肩揚げも取れません
- Παρελθόν (απλό)
- 肩揚げも取れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 肩揚げも取れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 肩揚げも取れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 肩揚げも取れませんでした
- Τε-μορφή
- 肩揚げも取れて
- Δυνητική
- 肩揚げも取れられる
- Προστακτική
- 肩揚げも取れろ
- Βουλητική
- 肩揚げも取れよう
- Υποθετική (ば)
- 肩揚げも取れれば
- Υποθετική (たら)
- 肩揚げも取れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 肩揚げも取れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 肩揚げも取れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 肩揚げも取れなさい
- Παθητική
- 肩揚げも取れられる
- Αιτιατική
- 肩揚げも取れさせる