かたげをろす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο ενηλικιώνομαι (για κορίτσι)
  2. 02 σπάνιο μακραίνω τα μανίκια ενός κιμονό

Κλίση

Παρόν (απλό)
肩揚げを下ろす
Παρόν (ευγενικό)
肩揚げを下ろします
Άρνηση (απλή)
肩揚げを下ろさない
Άρνηση (ευγενική)
肩揚げを下ろしません
Παρελθόν (απλό)
肩揚げを下ろした
Παρελθόν (ευγενικό)
肩揚げを下ろしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肩揚げを下ろさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肩揚げを下ろしませんでした
Τε-μορφή
肩揚げを下ろして
Δυνητική
肩揚げを下ろせる
Προστακτική
肩揚げを下ろせ
Βουλητική
肩揚げを下ろそう
Υποθετική (ば)
肩揚げを下ろせば