かたかしを

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός απογοητεύομαι, νιώθω να με απογοητεύουν
  2. 02 ιδιωματισμός βλέπω κάποιον να αποφεύγει την επίθεσή μου (ερώτηση κ.λπ.), μένω με την όρεξη ενώ ο άλλος μου διαφεύγει

Κλίση

Παρόν (απλό)
肩透かしを食う
Παρόν (ευγενικό)
肩透かしを食います
Άρνηση (απλή)
肩透かしを食わない
Άρνηση (ευγενική)
肩透かしを食いません
Παρελθόν (απλό)
肩透かしを食った
Παρελθόν (ευγενικό)
肩透かしを食いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肩透かしを食わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肩透かしを食いませんでした
Τε-μορφή
肩透かしを食って
Δυνητική
肩透かしを食える
Προστακτική
肩透かしを食え
Βουλητική
肩透かしを食おう
Υποθετική (ば)
肩透かしを食えば