肯んじる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συγκατατίθεμαι, επιτρέπω, αποδέχομαι, συμφωνώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 肯んじる
- Παρόν (ευγενικό)
- 肯んじます
- Άρνηση (απλή)
- 肯んじない
- Άρνηση (ευγενική)
- 肯んじません
- Παρελθόν (απλό)
- 肯んじた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 肯んじました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 肯んじなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 肯んじませんでした
- Τε-μορφή
- 肯んじて
- Δυνητική
- 肯んじられる
- Προστακτική
- 肯んじろ
- Βουλητική
- 肯んじよう
- Υποθετική (ば)
- 肯んじれば
- Υποθετική (たら)
- 肯んじたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 肯んじたい
- Απαγορευτική (~な)
- 肯んじるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 肯んじなさい
- Παθητική
- 肯んじられる
- Αιτιατική
- 肯んじさせる