はぐく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανατρέφω, μεγαλώνω
  2. 02 καλλιεργώ, ενισχύω, αναπτύσσω

Κλίση

Παρόν (απλό)
育む
Παρόν (ευγενικό)
育みます
Άρνηση (απλή)
育まない
Άρνηση (ευγενική)
育みません
Παρελθόν (απλό)
育んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
育みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
育まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
育みませんでした
Τε-μορφή
育んで
Δυνητική
育める
Προστακτική
育め
Βουλητική
育もう
Υποθετική (ば)
育めば