さかなにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνοδεύω το ποτό μου με μεζέ
  2. 02 ιδιωματισμός κοροϊδεύω κάποιον, διακωμωδώ κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
肴にする
Παρόν (ευγενικό)
肴にします
Άρνηση (απλή)
肴にしない
Άρνηση (ευγενική)
肴にしません
Παρελθόν (απλό)
肴にした
Παρελθόν (ευγενικό)
肴にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肴にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肴にしませんでした
Τε-μορφή
肴にして
Δυνητική
肴にできる
Προστακτική
肴にしろ
Βουλητική
肴にしよう
Υποθετική (ば)
肴にすれば