άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πατώνω, φτάνει το ύψος μου στον πάτο (π.χ. όταν στέκομαι μέσα στο νερό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
背が立つ
Παρόν (ευγενικό)
背が立ちます
Άρνηση (απλή)
背が立たない
Άρνηση (ευγενική)
背が立ちません
Παρελθόν (απλό)
背が立った
Παρελθόν (ευγενικό)
背が立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
背が立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
背が立ちませんでした
Τε-μορφή
背が立って
Δυνητική
背が立てる
Προστακτική
背が立て
Βουλητική
背が立とう
Υποθετική (ば)
背が立てば