たか

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ψηλός (για άνθρωπο)

Παραδείγματα

  • かれたかです

    Αυτός είναι ψηλός.

  • わたしあに家族かぞくなか一番いちばんたかです

    Ο αδερφός μου είναι ο ψηλότερος στην οικογένεια.

  • むかしからたかことにあこがれていましたが、まさかこんなにもびるとはおもいませんでした。

    Πάντα ζήλευα τους ψηλούς, αλλά ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα ψήλωνα τόσο πολύ κι εγώ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
背が高い
Παρόν (ευγενικό)
背が高いです
Άρνηση (απλή)
背が高くない
Άρνηση (ευγενική)
背が高くないです
Παρελθόν (απλό)
背が高かった
Παρελθόν (ευγενικό)
背が高かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
背が高くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
背が高くなかったです
Τε-μορφή
背が高くて
Υποθετική (ば)
背が高ければ