背せ中なかを向むける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γυρίζω την πλάτη
  2. 02 αδιαφορώ

Παραδείγματα

  • 私わたしに背中せなかを向むけないでください。

    Μην μου γυρίζεις την πλάτη.

  • 彼女かのじょはいつも困こまっている人ひとに背中せなかを向むけてしまう。

    Εκείνη πάντα γυρίζει την πλάτη στους ανθρώπους που έχουν ανάγκη.

  • 社会問題しゃかいもんだいに背中せなかを向むけるのではなく、真剣しんけんに向むき合あうべきだと思おもいます。

    Πιστεύω ότι αντί να αγνοούμε τα κοινωνικά προβλήματα, θα πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε σοβαρά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
背中を向ける
Παρόν (ευγενικό)
背中を向けます
Άρνηση (απλή)
背中を向けない
Άρνηση (ευγενική)
背中を向けません
Παρελθόν (απλό)
背中を向けた
Παρελθόν (ευγενικό)
背中を向けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
背中を向けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
背中を向けませんでした
Τε-μορφή
背中を向けて
Δυνητική
背中を向けられる
Προστακτική
背中を向けろ
Βουλητική
背中を向けよう
Υποθετική (ば)
背中を向ければ