背せ中なかを押おす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ωθώ κάποιον, ενθαρρύνω κάποιον

Παραδείγματα

  • 友達ともだちが私わたしの背中せなかを押おした。

    Ο φίλος μου με έσπρωξε στην πλάτη.

  • 新あたらしいことに挑戦ちょうせんする勇気ゆうきを出だせるように、彼かれが私わたしの背中せなかを押おしてくれた。

    Με ενθάρρυνε να βρω το θάρρος να δοκιμάσω κάτι καινούριο.

  • 長年ながねんの夢ゆめを実現じつげんするために、家族かぞくや友人ゆうじんが私わたしの背中せなかを押おしてくれたおかげで、最後さいごまで諦あきらめずに頑張がんばることができました。

    Χάρη στην ενθάρρυνση της οικογένειας και των φίλων μου, μπόρεσα να πραγματοποιήσω το μακροχρόνιο όνειρό μου και δεν τα παράτησα μέχρι το τέλος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
背中を押す
Παρόν (ευγενικό)
背中を押します
Άρνηση (απλή)
背中を押さない
Άρνηση (ευγενική)
背中を押しません
Παρελθόν (απλό)
背中を押した
Παρελθόν (ευγενικό)
背中を押しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
背中を押さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
背中を押しませんでした
Τε-μορφή
背中を押して
Δυνητική
背中を押せる
Προστακτική
背中を押せ
Βουλητική
背中を押そう
Υποθετική (ば)
背中を押せば