背景にある
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποτελώ υπόβαθρο, αποτελώ βασικό παράγοντα, αποτελώ υποβόσκουσα αιτία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 背景にある
- Παρόν (ευγενικό)
- 背景にあります
- Άρνηση (απλή)
- 背景にない
- Άρνηση (ευγενική)
- 背景にありません
- Παρελθόν (απλό)
- 背景にあった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 背景にありました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 背景になかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 背景にありませんでした
- Τε-μορφή
- 背景にあって
- Δυνητική
- 背景にあれる
- Προστακτική
- 背景にあれ
- Βουλητική
- 背景にあろう
- Υποθετική (ば)
- 背景にあれば
- Υποθετική (たら)
- 背景にあったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 背景にありたい
- Απαγορευτική (~な)
- 背景にあるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 背景にありなさい
- Παθητική
- 背景にあられる
- Αιτιατική
- 背景にあらせる