背約
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αθετημένη υπόσχεση, αθέτηση του λόγου κάποιου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 背約する
- Παρόν (ευγενικό)
- 背約します
- Άρνηση (απλή)
- 背約しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 背約しません
- Παρελθόν (απλό)
- 背約した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 背約しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 背約しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 背約しませんでした
- Τε-μορφή
- 背約して
- Δυνητική
- 背約できる
- Προστακτική
- 背約しろ
- Βουλητική
- 背約しよう
- Υποθετική (ば)
- 背約すれば
- Υποθετική (たら)
- 背約したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 背約したい
- Απαγορευτική (~な)
- 背約するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 背約しなさい
- Παθητική
- 背約される
- Αιτιατική
- 背約させる