背負い投げを食う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προδίδομαι απροσδόκητα, δέχομαι μαχαίρωμα στην πλάτη, εξαπατώμαι από έμπιστο πρόσωπο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 背負い投げを食う
- Παρόν (ευγενικό)
- 背負い投げを食います
- Άρνηση (απλή)
- 背負い投げを食わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 背負い投げを食いません
- Παρελθόν (απλό)
- 背負い投げを食った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 背負い投げを食いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 背負い投げを食わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 背負い投げを食いませんでした
- Τε-μορφή
- 背負い投げを食って
- Δυνητική
- 背負い投げを食える
- Προστακτική
- 背負い投げを食え
- Βουλητική
- 背負い投げを食おう
- Υποθετική (ば)
- 背負い投げを食えば
- Υποθετική (たら)
- 背負い投げを食ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 背負い投げを食いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 背負い投げを食うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 背負い投げを食いなさい
- Παθητική
- 背負い投げを食われる
- Αιτιατική
- 背負い投げを食わせる