ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κουβαλώ στους ώμους μου
  2. 02 επωμίζομαι (π.χ. χρέη, ευθύνες κ.ά.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
背負い込む
Παρόν (ευγενικό)
背負い込みます
Άρνηση (απλή)
背負い込まない
Άρνηση (ευγενική)
背負い込みません
Παρελθόν (απλό)
背負い込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
背負い込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
背負い込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
背負い込みませんでした
Τε-μορφή
背負い込んで
Δυνητική
背負い込める
Προστακτική
背負い込め
Βουλητική
背負い込もう
Υποθετική (ば)
背負い込めば