ってる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη είμαι αλαζονικός, είμαι επηρμένος, είμαι ναρκισσιστής, είμαι υπερόπτης

Κλίση

Παρόν (απλό)
背負ってる
Παρόν (ευγενικό)
背負ってます
Άρνηση (απλή)
背負ってない
Άρνηση (ευγενική)
背負ってません
Παρελθόν (απλό)
背負ってた
Παρελθόν (ευγενικό)
背負ってました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
背負ってなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
背負ってませんでした
Τε-μορφή
背負ってて
Δυνητική
背負ってられる
Προστακτική
背負ってろ
Βουλητική
背負ってよう
Υποθετική (ば)
背負ってれば