はいそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρέξιμο με την όπισθεν
  2. 02 τρέξιμο με το κεφάλι στραμμένο προς τα πίσω

Κλίση

Παρόν (απλό)
背走する
Παρόν (ευγενικό)
背走します
Άρνηση (απλή)
背走しない
Άρνηση (ευγενική)
背走しません
Παρελθόν (απλό)
背走した
Παρελθόν (ευγενικό)
背走しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
背走しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
背走しませんでした
Τε-μορφή
背走して
Δυνητική
背走できる
Προστακτική
背走しろ
Βουλητική
背走しよう
Υποθετική (ば)
背走すれば