たいどう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμβρυϊκή κίνηση, κινήσεις του εμβρύου
  2. 02 σημάδια, ενδείξεις, απαρχές, ανάδυση, πρωταρχική εμφάνιση (π.χ. ενός πολιτικού κινήματος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
胎動する
Παρόν (ευγενικό)
胎動します
Άρνηση (απλή)
胎動しない
Άρνηση (ευγενική)
胎動しません
Παρελθόν (απλό)
胎動した
Παρελθόν (ευγενικό)
胎動しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
胎動しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
胎動しませんでした
Τε-μορφή
胎動して
Δυνητική
胎動できる
Προστακτική
胎動しろ
Βουλητική
胎動しよう
Υποθετική (ば)
胎動すれば