胡坐あぐらをかく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κάθομαι οκλαδόν
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ιδιωματισμός επαναπαύομαι στις δάφνες μου, εφησυχάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
胡坐をかく
Παρόν (ευγενικό)
胡坐をかきます
Άρνηση (απλή)
胡坐をかかない
Άρνηση (ευγενική)
胡坐をかきません
Παρελθόν (απλό)
胡坐をかいた
Παρελθόν (ευγενικό)
胡坐をかきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
胡坐をかかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
胡坐をかきませんでした
Τε-μορφή
胡坐をかいて
Δυνητική
胡坐をかける
Προστακτική
胡坐をかけ
Βουλητική
胡坐をかこう
Υποθετική (ば)
胡坐をかけば