άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός συνήθως γραμμένο με κάνα κολακεύω, γλείφομαι, γίνομαι αυλικός, αλείφω με βούτυρο, αλέθω σουσάμι

Κλίση

Παρόν (απλό)
胡麻を擂る
Παρόν (ευγενικό)
胡麻を擂ります
Άρνηση (απλή)
胡麻を擂らない
Άρνηση (ευγενική)
胡麻を擂りません
Παρελθόν (απλό)
胡麻を擂った
Παρελθόν (ευγενικό)
胡麻を擂りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
胡麻を擂らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
胡麻を擂りませんでした
Τε-μορφή
胡麻を擂って
Δυνητική
胡麻を擂れる
Προστακτική
胡麻を擂れ
Βουλητική
胡麻を擂ろう
Υποθετική (ば)
胡麻を擂れば