どう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οριζόντια κοπή (κυρίως σε ψάρια, φυτά κ.λπ.)
  2. 02 ειδικά ως 胴斬り οριζόντια κοπή κατά μήκος του κορμού (τεχνική ξιφομαχίας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
胴切りする
Παρόν (ευγενικό)
胴切りします
Άρνηση (απλή)
胴切りしない
Άρνηση (ευγενική)
胴切りしません
Παρελθόν (απλό)
胴切りした
Παρελθόν (ευγενικό)
胴切りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
胴切りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
胴切りしませんでした
Τε-μορφή
胴切りして
Δυνητική
胴切りできる
Προστακτική
胴切りしろ
Βουλητική
胴切りしよう
Υποθετική (ば)
胴切りすれば