胸が悪くなる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αισθάνομαι αδιαθεσία, έχω τάση προς έμετο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 胸が悪くなる
- Παρόν (ευγενικό)
- 胸が悪くなります
- Άρνηση (απλή)
- 胸が悪くならない
- Άρνηση (ευγενική)
- 胸が悪くなりません
- Παρελθόν (απλό)
- 胸が悪くなった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 胸が悪くなりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 胸が悪くならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 胸が悪くなりませんでした
- Τε-μορφή
- 胸が悪くなって
- Δυνητική
- 胸が悪くなれる
- Προστακτική
- 胸が悪くなれ
- Βουλητική
- 胸が悪くなろう
- Υποθετική (ば)
- 胸が悪くなれば
- Υποθετική (たら)
- 胸が悪くなったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 胸が悪くなりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 胸が悪くなるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 胸が悪くなりなさい
- Παθητική
- 胸が悪くなられる
- Αιτιατική
- 胸が悪くならせる