胸が痛む
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αισθάνομαι πόνο στο στήθος, πονάει το στήθος μου
- 02 νιώθω ψυχικό πόνο, πονάει η καρδιά μου, αισθάνομαι οδύνη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 胸が痛む
- Παρόν (ευγενικό)
- 胸が痛みます
- Άρνηση (απλή)
- 胸が痛まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 胸が痛みません
- Παρελθόν (απλό)
- 胸が痛んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 胸が痛みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 胸が痛まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 胸が痛みませんでした
- Τε-μορφή
- 胸が痛んで
- Δυνητική
- 胸が痛める
- Προστακτική
- 胸が痛め
- Βουλητική
- 胸が痛もう
- Υποθετική (ば)
- 胸が痛めば
- Υποθετική (たら)
- 胸が痛んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 胸が痛みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 胸が痛むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 胸が痛みなさい
- Παθητική
- 胸が痛まれる
- Αιτιατική
- 胸が痛ませる