むねきざ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατώ στη μνήμη μου, παίρνω κατάκαρδα

Κλίση

Παρόν (απλό)
胸に刻む
Παρόν (ευγενικό)
胸に刻みます
Άρνηση (απλή)
胸に刻まない
Άρνηση (ευγενική)
胸に刻みません
Παρελθόν (απλό)
胸に刻んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
胸に刻みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
胸に刻まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
胸に刻みませんでした
Τε-μορφή
胸に刻んで
Δυνητική
胸に刻める
Προστακτική
胸に刻め
Βουλητική
胸に刻もう
Υποθετική (ば)
胸に刻めば