むねさる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός συγκινώ βαθιά, αγγίζω την ψυχή (για λόγια κ.λπ.)
  2. 02 καρφώνω στο στήθος

Κλίση

Παρόν (απλό)
胸に突き刺さる
Παρόν (ευγενικό)
胸に突き刺さります
Άρνηση (απλή)
胸に突き刺さらない
Άρνηση (ευγενική)
胸に突き刺さりません
Παρελθόν (απλό)
胸に突き刺さった
Παρελθόν (ευγενικό)
胸に突き刺さりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
胸に突き刺さらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
胸に突き刺さりませんでした
Τε-μορφή
胸に突き刺さって
Δυνητική
胸に突き刺される
Προστακτική
胸に突き刺され
Βουλητική
胸に突き刺さろう
Υποθετική (ば)
胸に突き刺されば