むねちる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατανοώ πλήρως, πείθομαι, ικανοποιούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
胸に落ちる
Παρόν (ευγενικό)
胸に落ちます
Άρνηση (απλή)
胸に落ちない
Άρνηση (ευγενική)
胸に落ちません
Παρελθόν (απλό)
胸に落ちた
Παρελθόν (ευγενικό)
胸に落ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
胸に落ちなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
胸に落ちませんでした
Τε-μορφή
胸に落ちて
Δυνητική
胸に落ちられる
Προστακτική
胸に落ちろ
Βουλητική
胸に落ちよう
Υποθετική (ば)
胸に落ちれば