むね

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προπονώ κατώτερο αθλητή σε αγώνα εξάσκησης (για παλαιστή ανώτερης βαθμίδας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
胸を出す
Παρόν (ευγενικό)
胸を出します
Άρνηση (απλή)
胸を出さない
Άρνηση (ευγενική)
胸を出しません
Παρελθόν (απλό)
胸を出した
Παρελθόν (ευγενικό)
胸を出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
胸を出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
胸を出しませんでした
Τε-μορφή
胸を出して
Δυνητική
胸を出せる
Προστακτική
胸を出せ
Βουλητική
胸を出そう
Υποθετική (ば)
胸を出せば