むねわずら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πάσχω από φυματίωση των πνευμόνων, αντιμετωπίζω προβλήματα στους πνεύμονές μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
胸を患う
Παρόν (ευγενικό)
胸を患います
Άρνηση (απλή)
胸を患わない
Άρνηση (ευγενική)
胸を患いません
Παρελθόν (απλό)
胸を患った
Παρελθόν (ευγενικό)
胸を患いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
胸を患わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
胸を患いませんでした
Τε-μορφή
胸を患って
Δυνητική
胸を患える
Προστακτική
胸を患え
Βουλητική
胸を患おう
Υποθετική (ば)
胸を患えば