むねいためる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στενοχωριέμαι για κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
胸を痛める
Παρόν (ευγενικό)
胸を痛めます
Άρνηση (απλή)
胸を痛めない
Άρνηση (ευγενική)
胸を痛めません
Παρελθόν (απλό)
胸を痛めた
Παρελθόν (ευγενικό)
胸を痛めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
胸を痛めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
胸を痛めませんでした
Τε-μορφή
胸を痛めて
Δυνητική
胸を痛められる
Προστακτική
胸を痛めろ
Βουλητική
胸を痛めよう
Υποθετική (ば)
胸を痛めれば