むねける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ σφίξιμο στο στήθος, πληγώνω την καρδιά, ραγίζω την καρδιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
胸を締め付ける
Παρόν (ευγενικό)
胸を締め付けます
Άρνηση (απλή)
胸を締め付けない
Άρνηση (ευγενική)
胸を締め付けません
Παρελθόν (απλό)
胸を締め付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
胸を締め付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
胸を締め付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
胸を締め付けませんでした
Τε-μορφή
胸を締め付けて
Δυνητική
胸を締め付けられる
Προστακτική
胸を締め付けろ
Βουλητική
胸を締め付けよう
Υποθετική (ば)
胸を締め付ければ