むね

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιτρέπω σε κάποιον λιγότερο έμπειρο να εξασκηθεί μαζί μου (ιδιαίτερα στο σούμο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
胸を貸す
Παρόν (ευγενικό)
胸を貸します
Άρνηση (απλή)
胸を貸さない
Άρνηση (ευγενική)
胸を貸しません
Παρελθόν (απλό)
胸を貸した
Παρελθόν (ευγενικό)
胸を貸しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
胸を貸さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
胸を貸しませんでした
Τε-μορφή
胸を貸して
Δυνητική
胸を貸せる
Προστακτική
胸を貸せ
Βουλητική
胸を貸そう
Υποθετική (ば)
胸を貸せば