能書きを並べる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αυτοδιαφημίζομαι, κομπάζω, αναλώνομαι σε μακροσκελείς αναφορές (για τα πλεονεκτήματα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 能書きを並べる
- Παρόν (ευγενικό)
- 能書きを並べます
- Άρνηση (απλή)
- 能書きを並べない
- Άρνηση (ευγενική)
- 能書きを並べません
- Παρελθόν (απλό)
- 能書きを並べた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 能書きを並べました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 能書きを並べなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 能書きを並べませんでした
- Τε-μορφή
- 能書きを並べて
- Δυνητική
- 能書きを並べられる
- Προστακτική
- 能書きを並べろ
- Βουλητική
- 能書きを並べよう
- Υποθετική (ば)
- 能書きを並べれば
- Υποθετική (たら)
- 能書きを並べたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 能書きを並べたい
- Απαγορευτική (~な)
- 能書きを並べるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 能書きを並べなさい
- Παθητική
- 能書きを並べられる
- Αιτιατική
- 能書きを並べさせる