あぶらぎる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι λιπαρός, αποκτώ λιπαρότητα
  2. 02 γίνομαι κραυγαλέος και φανταχτερός

Κλίση

Παρόν (απλό)
脂ぎる
Παρόν (ευγενικό)
脂ぎります
Άρνηση (απλή)
脂ぎらない
Άρνηση (ευγενική)
脂ぎりません
Παρελθόν (απλό)
脂ぎった
Παρελθόν (ευγενικό)
脂ぎりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脂ぎらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脂ぎりませんでした
Τε-μορφή
脂ぎって
Δυνητική
脂ぎれる
Προστακτική
脂ぎれ
Βουλητική
脂ぎろう
Υποθετική (ば)
脂ぎれば