脅おびやかす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: おどかす

  1. 01 εκφοβίζω, φοβίζω, τρομάζω
  2. 02 απειλώ (π.χ. την ειρήνη), θέτω σε κίνδυνο

Παραδείγματα

  • 子供こどもを脅おびやかしてはいけません。

    Μην τρομάζεις τα παιδιά.

  • その行為こういは地域ちいきの平和へいわを脅おびやかしかねません。

    Αυτή η πράξη θα μπορούσε να απειλήσει την ειρήνη της περιοχής.

  • 地球温暖化ちきゅうおんだんかは、将来しょうらいの世代せだいの生活せいかつを脅おびやかす深刻しんこくな問題もんだいです。

    Η υπερθέρμανση του πλανήτη είναι ένα σοβαρό πρόβλημα που απειλεί τη ζωή των μελλοντικών γενεών.

Κλίση

Παρόν (απλό)
脅かす
Παρόν (ευγενικό)
脅かします
Άρνηση (απλή)
脅かさない
Άρνηση (ευγενική)
脅かしません
Παρελθόν (απλό)
脅かした
Παρελθόν (ευγενικό)
脅かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脅かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脅かしませんでした
Τε-μορφή
脅かして
Δυνητική
脅かせる
Προστακτική
脅かせ
Βουλητική
脅かそう
Υποθετική (ば)
脅かせば