おど

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκβιάζω για να αποσπάσω (χρήματα), εκβιάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
脅し取る
Παρόν (ευγενικό)
脅し取ります
Άρνηση (απλή)
脅し取らない
Άρνηση (ευγενική)
脅し取りません
Παρελθόν (απλό)
脅し取った
Παρελθόν (ευγενικό)
脅し取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脅し取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脅し取りませんでした
Τε-μορφή
脅し取って
Δυνητική
脅し取れる
Προστακτική
脅し取れ
Βουλητική
脅し取ろう
Υποθετική (ば)
脅し取れば