わきあま

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έλλειψη ικανότητας στην αποτροπή του αντιπάλου από το να πιάσει τη μασχάλη
  2. 02 ιδιωματισμός ευάλωτος στην άμυνα, απρόσεκτος, εκτεθειμένος (σε επίθεση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
脇が甘い
Παρόν (ευγενικό)
脇が甘いです
Άρνηση (απλή)
脇が甘くない
Άρνηση (ευγενική)
脇が甘くないです
Παρελθόν (απλό)
脇が甘かった
Παρελθόν (ευγενικό)
脇が甘かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脇が甘くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脇が甘くなかったです
Τε-μορφή
脇が甘くて
Υποθετική (ば)
脇が甘ければ