わきうんてん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απόσπαση προσοχής κατά την οδήγηση, κοίταγμα αλλού ενώ οδηγείς

Κλίση

Παρόν (απλό)
脇見運転する
Παρόν (ευγενικό)
脇見運転します
Άρνηση (απλή)
脇見運転しない
Άρνηση (ευγενική)
脇見運転しません
Παρελθόν (απλό)
脇見運転した
Παρελθόν (ευγενικό)
脇見運転しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脇見運転しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脇見運転しませんでした
Τε-μορφή
脇見運転して
Δυνητική
脇見運転できる
Προστακτική
脇見運転しろ
Βουλητική
脇見運転しよう
Υποθετική (ば)
脇見運転すれば