みゃくをとる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετρώ τον σφυγμό κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
脈をとる
Παρόν (ευγενικό)
脈をとります
Άρνηση (απλή)
脈をとらない
Άρνηση (ευγενική)
脈をとりません
Παρελθόν (απλό)
脈をとった
Παρελθόν (ευγενικό)
脈をとりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脈をとらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脈をとりませんでした
Τε-μορφή
脈をとって
Δυνητική
脈をとれる
Προστακτική
脈をとれ
Βουλητική
脈をとろう
Υποθετική (ば)
脈をとれば