脈みゃく打うつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πάλλω (π.χ. καρδιά), σφύζω (π.χ. φλέβα), παλμώ

Παραδείγματα

  • 心臓しんぞうが脈打みゃくうつ。

    Η καρδιά χτυπάει.

  • 不安ふあんで胸むねが激はげしく脈打みゃくうった。

    Από το άγχος, το στήθος μου χτυπούσε δυνατά.

  • 都会とかいの中心ちゅうしんには、人ひと々の活気かっきが常つねに脈打みゃくうっている。

    Στο κέντρο της πόλης, η ζωντάνια των ανθρώπων σφύζει πάντα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
脈打つ
Παρόν (ευγενικό)
脈打ちます
Άρνηση (απλή)
脈打たない
Άρνηση (ευγενική)
脈打ちません
Παρελθόν (απλό)
脈打った
Παρελθόν (ευγενικό)
脈打ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脈打たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脈打ちませんでした
Τε-μορφή
脈打って
Δυνητική
脈打てる
Προστακτική
脈打て
Βουλητική
脈打とう
Υποθετική (ば)
脈打てば