せきずいせつだん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νωτιομυελική διατομή, χορδοτομή

Κλίση

Παρόν (απλό)
脊髄切断する
Παρόν (ευγενικό)
脊髄切断します
Άρνηση (απλή)
脊髄切断しない
Άρνηση (ευγενική)
脊髄切断しません
Παρελθόν (απλό)
脊髄切断した
Παρελθόν (ευγενικό)
脊髄切断しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脊髄切断しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脊髄切断しませんでした
Τε-μορφή
脊髄切断して
Δυνητική
脊髄切断できる
Προστακτική
脊髄切断しろ
Βουλητική
脊髄切断しよう
Υποθετική (ば)
脊髄切断すれば