きゃっこうびる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανεβαίνω στη σκηνή
  2. 02 βρίσκομαι στο επίκεντρο της προσοχής

Κλίση

Παρόν (απλό)
脚光を浴びる
Παρόν (ευγενικό)
脚光を浴びます
Άρνηση (απλή)
脚光を浴びない
Άρνηση (ευγενική)
脚光を浴びません
Παρελθόν (απλό)
脚光を浴びた
Παρελθόν (ευγενικό)
脚光を浴びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脚光を浴びなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脚光を浴びませんでした
Τε-μορφή
脚光を浴びて
Δυνητική
脚光を浴びられる
Προστακτική
脚光を浴びろ
Βουλητική
脚光を浴びよう
Υποθετική (ば)
脚光を浴びれば