きゃくしょく

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διασκευή (π.χ. μυθιστορήματος), προσαρμογή (για το θέατρο ή τον κινηματογράφο)
  2. 02 ωραιοποίηση (των γεγονότων), υπερβολή, δραματοποίηση, προσθήκη φανταστικών στοιχείων

Κλίση

Παρόν (απλό)
脚色する
Παρόν (ευγενικό)
脚色します
Άρνηση (απλή)
脚色しない
Άρνηση (ευγενική)
脚色しません
Παρελθόν (απλό)
脚色した
Παρελθόν (ευγενικό)
脚色しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脚色しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脚色しませんでした
Τε-μορφή
脚色して
Δυνητική
脚色できる
Προστακτική
脚色しろ
Βουλητική
脚色しよう
Υποθετική (ば)
脚色すれば