すねきず

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω τύψεις, έχω λερωμένη τη φωλιά μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
脛に疵持つ
Παρόν (ευγενικό)
脛に疵持ちます
Άρνηση (απλή)
脛に疵持たない
Άρνηση (ευγενική)
脛に疵持ちません
Παρελθόν (απλό)
脛に疵持った
Παρελθόν (ευγενικό)
脛に疵持ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脛に疵持たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脛に疵持ちませんでした
Τε-μορφή
脛に疵持って
Δυνητική
脛に疵持てる
Προστακτική
脛に疵持て
Βουλητική
脛に疵持とう
Υποθετική (ば)
脛に疵持てば