すねかじ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός συνήθως γραμμένο με κάνα ζω εις βάρος άλλων (συνήθως των γονέων μου) οικονομικά, ροκανίζω την κνήμη κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
脛を齧る
Παρόν (ευγενικό)
脛を齧ります
Άρνηση (απλή)
脛を齧らない
Άρνηση (ευγενική)
脛を齧りません
Παρελθόν (απλό)
脛を齧った
Παρελθόν (ευγενικό)
脛を齧りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脛を齧らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脛を齧りませんでした
Τε-μορφή
脛を齧って
Δυνητική
脛を齧れる
Προστακτική
脛を齧れ
Βουλητική
脛を齧ろう
Υποθετική (ば)
脛を齧れば