そろえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βγάζω και τοποθετώ τακτοποιημένα (π.χ. ένα ζευγάρι παπούτσια) το ένα δίπλα στο άλλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
脱ぎ揃える
Παρόν (ευγενικό)
脱ぎ揃えます
Άρνηση (απλή)
脱ぎ揃えない
Άρνηση (ευγενική)
脱ぎ揃えません
Παρελθόν (απλό)
脱ぎ揃えた
Παρελθόν (ευγενικό)
脱ぎ揃えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
脱ぎ揃えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
脱ぎ揃えませんでした
Τε-μορφή
脱ぎ揃えて
Δυνητική
脱ぎ揃えられる
Προστακτική
脱ぎ揃えろ
Βουλητική
脱ぎ揃えよう
Υποθετική (ば)
脱ぎ揃えれば